MENU

Βίδες από μετάξι στην υπηρεσία επιδιόρθωσης καταγμάτων

5 Μαρτίου 2014 • Ορθοπεδική, Υγεία

Βίδες κατασκευασμένες 100% από μετάξι χρησιμοποιήθηκαν για να επισκευαστούν σπασμένα οστά σε μια έρευνα που θα μπορούσε να αλλάξει εντελώς όσα γνωρίζουμε για την χειρουργική επέμβαση.

Αμερικανοί ερευνητές λένε πως τα μεταλλικά εξαρτήματα μπορούν ενδεχομένως να αντικατασταθούν από πλάκες και βίδες που κατασκευάζονται από φυσική ίνα, που θα μπορεί να διαλυθεί τελικά μέσα στο σώμα.

Μέχρι στιγμής η τεχνική αυτή έχει δοκιμαστεί μόνο σε τρωκτικά.

Το μετάξι χρησιμοποιείτο στο παρελθόν στα ράμματα, αλλά πρόσφατα άρχισε να χρησιμοποιείται και σε σύγχρονα ιατρικά εμφυτεύματα. Στη νέα έρευνα των μηχανικών του ιατρικού τμήματος του Πανεπιστημίου Ταφτ στη Μασαχουσέτη, κατασκευάστηκαν βίδες από μετάξι με τη χρησιμοποίηση ειδικά σχεδιασμένων καλουπιών. Το μεταξωτό υλικό μπορεί να κοπεί σε διάφορα μεγέθη σε ένα μηχάνημα.

Οι βίδες εμφυτεύτηκαν στα οπίσθια άκρα των αρουραίων, όπου λειτούργησαν με επιτυχία για τέσσερις έως οκτώ εβδομάδες. Μετά το τέλος της μελέτης το μετάξι είχε αρχίσει να διαλύεται.

Η χαμηλή ακαμψία του μεταξιού, που είναι παρόμοια με εκείνη των οστών και η ικανότητά του να σπάει στο σώμα, το κάνουν ένα πολλά υποσχόμενο υλικό βιοτεχνολογίας σε σύγκριση με τις παραδοσιακές μεταλλικές πλάκες και βίδες, σύμφωνα με τους ερευνητές.

«Το μέλλον είναι πολύ συναρπαστικό. Οραματιζόμαστε ένα σύνολο ορθοπεδικών συσκευών για επισκευή με βάση αυτό το υλικό. Από πλάκες και βίδες, μέχρι σχεδόν κάθε είδος συσκευής που μπορείτε να σκεφτείτε για οποιοδήποτε μέρος του σώματος δεν θέλετε να τοποθετηθεί σκληρό μεταλλικό υλικό», λέει ο δρ David Kaplan, επικεφαλής της έρευνας.

Και προσθέτει: «Δεν δημιουργεί πρόβλημα στις ακτίνες Χ, δεν βάζει το σώμα σε συναγερμό και δεν προκαλεί ευαισθησία στο κρύο».

Πρόσφατα, Γερμανοί ερευνητές επικάλυψαν εμφυτεύματα στήθους από σιλικόνη με ένα λεπτό στρώμα βιομηχανικές πρωτεΐνες μεταξιού.

Οι προκλινικές μελέτες υποδηλώνουν πως η επίστρωση μειώνει ή προλαμβάνει επώδυνες αντιδράσεις.

Η νέα έρευνα δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature Communications.

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »