MENU
meli

Το μέλι θα μπορούσε να γίνει το επόμενο αντιβιοτικό

17 Μαρτίου 2014 • Γνωρίζετε ότι...

Το μέλι είναι μία από τις τελευταίες πολλά υποσχόμενες λύσεις για την καταπολέμηση των ανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηρίων που προβληματίζουν τους επιστήμονες, όπως αναφέρει νέα μελέτη.

Τα βακτήρια γίνονται ολοένα και πιο ανθεκτικά στα φάρμακα και οι επιστήμονες έχουν αναζητήσει παντού λύση γι’ αυτό το ολοένα και μεγαλύτερο πρόβλημα. Από τα θαλάσσια βακτήρια μέχρι τα κτηνιατρικά φάρμακα αναζητούν συνεχώς λύσεις. Αλλά μια νέα μελέτη διαπιστώνει ότι η λύση μπορεί να βρίσκεται μέσα στα ντουλάπια της κουζίνας μας και δεν είναι άλλη από το μέλι, που έχει αφήσει πολλές υποσχέσεις για τη θεραπεία πληγών, ενώ μπορεί επίσης να είναι χρήσιμο και για την καταπολέμηση των λοιμώξεων.

Κατά κάποιο τρόπο, βέβαια, είναι λογικό. Αν το μέλι μπορεί να θεραπεύσει τις πληγές και να προλάβει τη λοίμωξη στο εξωτερικό, τότε πιθανότατα θα μπορούσε να καταπολεμήσει τις λοιμώξεις και στο εσωτερικό του ανθρώπινου οργανισμού. «Η μοναδική ιδιότητα του μελιού έγκειται στην ικανότητά του να καταπολεμά τις λοιμώξεις σε πολλαπλά επίπεδα, γεγονός που καθιστά πιο δύσκολο για τα βακτήρια να αναπτύξουν αντοχή», δήλωσε η επικεφαλής της μελέτης δρ Susan M. Meschwitz, από το Πανεπιστήμιο Salve Regina στο Νιούπορτ του Ρόουντ Αϊλαντ.

Το μέλι εξαπολύει μια πολύπλευρη επίθεση στα βακτήρια, καθώς χρησιμοποιεί το υπεροξείδιο του υδρογόνου, την οξύτητα, την ωσμωτική επίδραση, την υψηλή συγκέντρωση ζάχαρης και τις πολυφαινόλες για να σκοτώσει τα βακτηριακά κύτταρα. Ολες αυτές οι αντιβακτηριακές ιδιότητες μαζί, καθιστούν δύσκολο για τα βακτήρια να προσαρμοστούν. Η ωσμωτική επίδραση λειτουργεί ιδιαίτερα καλά, λόγω της υψηλής συγκέντρωσης σακχάρου στο μέλι που απορροφά το νερό έξω από τα βακτηριακά κύτταρα αφυδατώνοντάς τα και οδηγώντας τα έτσι στο θάνατο.

Το μέλι αναστέλλει, επίσης, την ικανότητα του βακτηριακού κυττάρου να επικοινωνεί με άλλα βακτηριακά κύτταρα, μια κατάσταση που είναι γνωστή ως «αίσθηση απαρτίας» (quorum sensing). Αυτό τα καθιστά ανίκανα να σχηματίσουν κοινότητες και ως εκ τούτου αδυνατούν να επιτεθούν σε μεγάλους αριθμούς, όπου θα έπρεπε κανονικά να είναι ισχυρότερα. Στο μεταξύ, οι πολυφαινόλες, ή τα αντιοξειδωτικά όπως το καφεϊκό οξύ, το π-κουμαρικό οξύ και το ελλαγικό οξύ έχουν αντιμικροβιακές ιδιότητες.

«Εχουμε χωρίσει και προσδιορίσει τις διάφορες αντιοξειδωτικές πολυφαινολικές ενώσεις. Στις αντιβακτηριακές μελέτες μας έχουμε τεστάρει τη δραστηριότητα του μελιού κατά του Ε.coli και του σταφυλόκοκκου», αναφέρει η Meschwitz.

Η βακτηριακή αντίσταση, αναφέρει η Meschwitz, συμβαίνει όταν τα βακτήρια προσαρμόζονται στα αντιβιοτικά που υποτίθεται ότι αναστέλλουν τις διεργασίες ανάπτυξης τους. Καθώς το DNA τους προσαρμόζεται, αποκτούν ανοσία στη θετική επίδραση του αντιβιοτικού και ως εκ τούτου γίνονται ακόμα πιο επικίνδυνα. Αν συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε απλόχερα τα αντιβιοτικά, υπάρχει ο μεγάλος κίνδυνος να επιστρέψουν και να σπείρουν τον όλεθρο ασθένειες που είχαν εξαλειφθεί. Σε μια προσπάθεια να μειωθεί η περιττή χρήση αντιβιοτικών, οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και καλούν τον κόσμο για μειωμένη χρήση.

Μέχρις ότου η χρήση αντιβιοτικών μειωθεί σε πιο διαχειρίσιμα επίπεδα, οι επιστήμονες όπως φαίνεται θα πρέπει να συνεχίσουν να ψάχνουν για νέα αντιβιοτικά.

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »