MENU
galaktokomika1

Tι σημαίνει ότι κάποιος έχει δυσανεξία στη λακτόζη

14 Ιουλίου 2017 • Διατροφή

Η λακτόζη είναι ένας τύπος ζάχαρης που βρίσκεται στο γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου γάλακτος. Επίσης ονομάζεται σάκχαρο του γάλακτος και δεν απαντάται φυσικά σε οποιαδήποτε άλλη τροφή.

Αυτή η ζάχαρη γίνεται από άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο και έχει τον χημικό τύπο C12H22O11. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι ενηλικιώνονται, παρατηρείται το φαινόμενο πολλοί απ’ αυτούς να μην είναι σε θέση να αφομοιώσουν το σάκχαρο του γάλακτος και αυτή η κατάσταση ονομάζεται δυσανεξία στη λακτόζη.

Συγκέντρωση στο γάλα

Η ποσότητα της λακτόζης στο γάλα μπορεί να ποικίλει ανάλογα με το είδος του ζώου, καθώς και στο κάθε ζώο ξεχωριστά ή στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Το ανθρώπινο γάλα έχει γενικά ένα υψηλότερο ποσοστό βάρους σε λακτόζη, συνήθως περίπου 7%-9% από αυτό του ζώου. Το γάλα από αγελάδες, κατσίκες και πρόβατα για παράδειγμα, έχει τυπικά λιγότερο από 5% βάρους σε λακτόζη. Στα περισσότερα μεταποιημένα γάλατα των γαλακτοκομικών προϊόντων, όσο πιο χαμηλή είναι η περιεκτικότητα σε λίπος, τόσο υψηλότερο είναι το ποσοστό σακχάρου του γάλακτος που περιέχουν.

Βρίσκεται και σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα

Η ζάχαρη αυτή έχει βρεθεί σε διάφορους βαθμούς σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως το τυρί, το βούτυρο, η μαργαρίνη, το γιαούρτι, ο ορός γάλακτος και το γάλα σε σκόνη. Υπάρχει όμως πολύ λίγη απ’ αυτή στο τυρί, το βούτυρο και τη μαργαρίνη. Ο ορός γάλακτος, το γάλα σε σκόνη και το συμπυκνωμένο γάλα, ωστόσο, περιέχουν ένα πολύ υψηλό ποσοστό της συγκεκριμένης ζάχαρης, κάπου 50% ή και περισσότερο σε ορισμένες περιπτώσεις. Η περιεκτικότητα του σακχάρου του γάλακτος στο γιαούρτι μπορεί να ποικίλει, αλλά γενικά είναι περίπου 2% έως 6%.

Χρήση σε άλλα προϊόντα

Η λακτόζη προστίθεται συχνά σε παρασκευασμένα τρόφιμα για επικάλυψη ή για να αποφευχθεί η συσσωμάτωση (να μην γίνουν δηλαδή μια ενιαία μάζα). Αυτή η ζάχαρη είναι σχεδόν άγευστη κι αυτό την κάνει ιδανική για να χρησιμοποιείται στο ψωμί και στα άλλα ψημένα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των δημητριακών και των μπισκότων. Χρησιμοποιείται ακόμα στις τηγανίτες, ενώ προστίθεται στα κονσερβοποιημένα και κατεψυγμένα λαχανικά για να αποτραπεί ο αποχρωματισμός. Το είδος του γάλακτος από το οποίο εξάγεται  η λακτόζη μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τη χώρα ή με την περιοχή, συνήθως όμως εξάγεται από αγελάδες, κατσίκες και καμήλες.

Μερικά σάκχαρα του γάλακτος μπορεί επίσης να βρεθούν σε προϊόντα σε σκόνη, όπως οι αφυδατωμένες πατάτες, οι σούπες και τα συμπληρώματα υποκατάστατων γευμάτων. Τα τρόφιμα που έχουν ετικέτα ως μη-γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως οι κρέμες του καφέ, θα μπορούσαν επίσης να περιέχουν λακτόζη σε μορφή ορού γάλακτος ή στερεού γάλακτος. Επίσης, μπορεί να βρεθεί σε μερικές σάλτσες για σαλάτες, συμπληρώματα πρωτεϊνών, ζαχαρωτά και επεξεργασμένα κρέατα.

Χρήση σε φάρμακα

Η λακτόζη χρησιμοποιείται επίσης σε πολλά μη συνταγογραφούμενα και συνταγογραφούμενα φάρμακα ως γέμιση ή επίστρωση. Αυτά περιλαμβάνουν χάπια, όπως οι θεραπείες για την παλινδρόμηση οξέων, ή χάπια ελέγχου γεννήσεων και καραμέλες για το λαιμό. Αν και η ποσότητα του σακχάρου του γάλακτος σε ένα ενιαίο χάπι δεν είναι αρκετή για να επηρεάσει τους περισσότερους ανθρώπους, εκείνοι που έχουν δυσανεξία στη λακτόζη θα πρέπει να συμβουλευτούν τον γιατρό τους πριν από την λήψη κάθε νέου φαρμάκου. Οσοι πάσχουν από διαβήτη θα πρέπει, επίσης, να περιορίσουν ή να ελέγξουν την πρόσληψή του.

Δυσανεξία

Σε ένα φυσιολογικό άτομο, η λακτάση, ένα ένζυμο που παράγεται από το λεπτό έντερο, διασπά το σάκχαρο του γάλακτος. Αυτό επιτρέπει να απορροφηθεί στην κυκλοφορία του αίματος. Οι άνθρωποι που έχουν δυσανεξία στη λακτόζη δεν παράγουν αρκετή λακτάση και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επεξεργαστούν το σάκχαρο του γάλακτος.

Κατά κανόνα, τα θηλαστικά χάνουν την ικανότητά τους να χωνέψουν το σάκχαρο του γάλακτος, καθώς γερνούν. Οι άνθρωποι έχουν υποστεί μία μετάλλαξη που τούς επιτρέπει να διατηρήσουν χωρητικότητα 10% για την παραγωγή της λακτάσης. Αυτή η χωρητικότητα είναι συνήθως αρκετή για να επιτρέψει στους ανθρώπους να χωνεύουν το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Μερικοί άνθρωποι, όμως, δεν διατηρούν την ικανότητα αυτή και έτσι παρουσιάζουν δυσανεξία στη λακτόζη. Οταν κάποιος που έχει δυσανεξία στη λακτόζη, πιει γάλα ή καταναλώσει προϊόντα που περιέχουν παραπάνω από μια μικρή ποσότητα λακτόζης, μπορεί να παρουσιάσει φούσκωμα, κράμπες, ναυτία, συσσώρευση αερίων και διάρροια.

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »