MENU
homo1

Πεθαίνουν νωρίς οι ομοφυλόφιλοι που ζουν σε «εχθρικές» κοινότητες

16 Φεβρουαρίου 2014 • Υγεία, Ψυχολογία - Ψυχική Υγεία

Οι ομοφυλόφιλοι ή αμφιφυλόφιλοι που ζουν σε κοινότητες με υψηλά επίπεδα προκατάληψης εναντίον τoυς, έχουν μικρότερο προσδόκιμο ζωής κατά 12 χρόνια σε σχέση με όσους δεν ζουν σε προκατειλημμένες κοινότητες.

Αυτό αποκάλυψε η πρώτη μελέτη που εξέτασε τις συνέπειες της αντι-gay προκατάληψης σε ό,τι αφορά τη θνησιμότητα των ομοφυλόφιλων ανδρών και γυναικών αλλά και των αμφιφυλόφιλων που ζουν σε περιοχές «εχθρικές» γι’ αυτούς. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Social Science & Medicine.

«Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν μια διεύρυνση των συνεπειών της προκατάληψης που περιλαμβάνουν τον πρόωρο θάνατο. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι οι σεξουαλικές μειονότητες που ζουν σε κοινότητες με υψηλότερα επίπεδα προκατάληψης, πεθαίνουν νωρίτερα απ’ ό,τι οι σεξουαλικές μειονότητες που ζουν σε κοινότητες με χαμηλή προκατάληψη και οι συνέπειες αυτές είναι ανεξάρτητες από τους καθιερωμένους παράγοντες κινδύνου για τη θνησιμότητα, συμπεριλαμβανομένων του εισοδήματος των νοικοκυριών, της εκπαίδευσης, του φύλου, της εθνικότητας και της ηλικίας, καθώς και του μέσου εισοδήματος και του επιπέδου εκπαίδευσης των κατοίκων στις κοινότητες όπου ζούσαν οι ερωτηθέντες. Στην πραγματικότητα, τα αποτελέσματά μας για την προκατάληψη ήταν συγκρίσιμα με τις διαφορές του προσδόκιμου ζωής που έχουν παρατηρηθεί μεταξύ των ατόμων με και χωρίς υψηλή σχολική εκπαίδευση», σημείωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δρ Mark Hatzenbuehler, επίκουρος καθηγητής Κοινωνικοϊατρικών Επιστημών στο Mailman School of Public Health του Πανεπιστημίου Κολούμπια.

Προκειμένου να εξετάσουν τη σχέση μεταξύ της προκατάληψης και της θνησιμότητας, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα μέτρο σύγκρισης που να περιλαμβάνει το μέσο επίπεδο της αντι-gay προκατάληψης στις κοινότητες όπου ζούσαν οι ομοφυλόφιλοι, αρχής γενομένης από το 1988, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τη Γενική Κοινωνική Ερευνα, μία από τις κυριότερες πηγές για τον κοινωνικό δείκτη στις κοινωνικές επιστήμες.

Αυτές οι πληροφορίες, σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την προκατάληψη σε επίπεδο κοινότητας συνδέθηκαν στη συνέχεια με τα στοιχεία θνησιμότητας από τον Εθνικό Δείκτη Θανάτων μέχρι το 2008. Ετσι οι συγγραφείς ήταν σε θέση να εξετάσουν αν ο κίνδυνος θνησιμότητας διέφερε για τους ομοφυλόφιλους που ζούσαν σε κοινότητες που είχαν μεγάλη προκατάληψη για τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, συγκριτικά με αυτές που είχαν μικρότερη προκατάληψη.

Μέχρι το τέλος της μελέτης, το 92% των ερωτηθέντων ομοφυλόφιλων-αμφιφυλόφιλων που ζούσαν σε κοινότητες με χαμηλή προκατάληψη ήταν ακόμα ζωντανοί, όμως το ποσοστό κατρακυλούσε στο 78% των ερωτηθέντων που ζούσαν σε κοινότητες υψηλής προκατάληψης.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η αυτοκτονία, η ανθρωποκτονία / βία και τα καρδιαγγειακά νοσήματα ήταν όλα σημαντικά αυξημένα μεταξύ των σεξουαλικών μειονοτήτων σε κοινότητες υψηλής προκατάληψης. Οι ομοφυλόφιλοι ερωτηθέντες που ζουν σε κοινότητες υψηλής προκατάληψης αυτοκτονούν κατά μέσο όρο σε ηλικία 37,5 χρόνων, σε σύγκριση με τα 55,7 έτη για εκείνους που ζουν σε κοινότητες με χαμηλή προκατάληψη, γεγονός που συνιστά μια εντυπωσιακή διαφορά 18 ετών. Η ανθρωποκτονία και οι θάνατοι που σχετίζονται με τη βία είναι από τις πιο άμεσες συνδέσεις μεταξύ της εχθρότητας στους κόλπους της κοινότητας και του θανάτου και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ποσοστά ανθρωποκτονιών ήταν περισσότερο από τρεις φορές πιο πιθανό να συμβούν σε κοινότητες υψηλής προκατάληψης, σε σχέση με τις κοινότητες χαμηλής προκατάληψης.

Από τους θανάτους σε κοινότητες υψηλής προκατάληψης, το 25% οφείλονταν σε καρδιαγγειακά νοσήματα, σε σύγκριση με το 18,6 % των θανάτων στις κοινότητες χαμηλής προκατάληψης.

«Οι ψυχοκοινωνικοί στρεσογόνοι παράγοντες συνδέονται στενά με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο και αυτό το είδος του στρες μπορεί να αντιπροσωπεύει μια έμμεση οδό μέσω της οποίας η προκατάληψη συμβάλλει στη θνησιμότητα. Οι διακρίσεις, οι προκαταλήψεις και η κοινωνική περιθωριοποίηση δημιουργούν πολλές μοναδικές απαιτήσεις για τα «στιγματισμένα» άτομα, που τους προκαλούν στρες», κατέληξε ο δρ Hatzenbuehler.

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »