MENU
doc

Οι γυναικολογικές εξετάσεις δεν ανιχνεύουν τον καρκίνο

1 Ιουλίου 2014 • Γυναίκα, Παθολογία, Υγεία

Οι γυναικολογικές εξετάσεις αποτελούν τυπικό μέρος του γυναικολογικού τσεκ-απ, όμως νέα έρευνα έρχεται να υποστηρίξει πως για τις υγιείς γυναίκες μπορούν περισσότερο να βλάψουν παρά να ωφελήσουν.

Αυτό προκύπτει από μια αναθεώρηση του Αμερικανικού Κολλεγίου Ιατρών (ΑΚΙ), που ώθησε την ομάδα των γιατρών να εκδώσουν νέες κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Annals of Internal Medicine.

«Οι γυναικολογικές εξετάσεις ρουτίνας δεν έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να ωφελήσουν τις ασυμπτωματικές μέσου κινδύνου μη-έγκυες γυναίκες. Σπάνια εντοπίζουν κάποια σημαντική ασθένεια και δεν μειώνουν την θνησιμότητα, ενώ σχετίζονται με δυσφορία για πολλές γυναίκες, λανθασμένα πολλές φορές θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα, περισσότερο άγχος και επιπλέον κόστος», λέει η δρ Linda Humphrey, μέλος του Αμερικανικού Κολλεγίου Ιατρών και συν-συγγραφέας της νέας κατευθυντήριας γραμμής.

Η δρ Humphrey επισημαίνει ότι η νέα κατευθυντήρια οδηγία ισχύει μόνο για τις πυελικές εξετάσεις και δεν αφορά το Παπ τεστ για την ανίχνευση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, που συνιστά πως θα πρέπει να περιορίζεται σε οπτικό έλεγχο του τραχήλου της μήτρας και στη λήψη επιχρίσματος για να εξεταστεί για καρκίνο και σε ορισμένες περιπτώσεις για τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV). Δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει μια εξέταση με τα χέρια.

Για πολλές δεκαετίες, η γυναικολογική εξέταση αποτελεί ένα κανονικό μέρος της προληπτικής φροντίδας για τις γυναίκες παγκοσμίως.

Αλλά μερικοί έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται αν αυτό το πρότυπο μέρος του τακτικού τσεκ απ μιας γυναίκας είναι ιατρικώς δικαιολογημένο.

Για παράδειγμα, μελέτη του Δεκεμβρίου του 2012 από το Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο στην Καλιφόρνια είχε αμφισβητήσει τους λόγους που γίνονται οι συνηθισμένες εξετάσεις της πυέλου.

Στην έρευνά τους οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο διαπίστωσαν ότι πολλοί γιατροί λανθασμένα πίστευαν ότι η εξέταση ήταν σημαντική για τον καρκίνο των ωοθηκών. Η έρευνα με μαιευτήρες-γυναικολόγους έδειξε πως οι γιατροί συνέχιζαν να πραγματοποιούν τις συγκεκριμένες εξετάσεις απλά και μόνο επειδή οι γυναίκες περίμεναν να το κάνουν.

Χαμηλό ποσοστό επιτυχίας 

Η τελευταία ανάλυση βασίστηκε σε 52 δημοσιευμένες μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες οι γυναικολογικές εξετάσεις ρουτίνας έχουν χαμηλό ποσοστό επιτυχίας ως τρόπος ανίχνευσης γυναικολογικών καρκίνων ή λοιμώξεων.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις που οι γυναίκες έχουν συμπτώματα, όπως μη φυσιολογική αιμορραγία, πόνο, προβλήματα του ουροποιητικού συστήματος, σεξουαλική δυσλειτουργία ή κολπικές εκκρίσεις, η γυναικολογική εξέταση είναι κατάλληλη, λέει η ομάδα των γιατρών.

Η ανασκόπηση των δεδομένων από τους ερευνητές του Αμερικανικού Κολλεγίου Ιατρών (ΑΚΙ) δεν βρήκε στοιχεία που να υποστηρίζουν τη χρήση της πυελικής εξέτασης σε ασυμπτωματικές γυναίκες που αντιμετωπίζουν μέσο κίνδυνο καρκίνου.

Από την πλευρά της, η δρ Molly Cooke, απελθούσα πρόεδρος του ΑΚΙ εξηγεί πως «τα ευρήματα δείχνουν ότι οι πυελικές εξετάσεις εκθέτουν τις ασυμπτωματικές γυναίκες που δεν διατρέχουν σημαντικό κίνδυνο σε περιττό κόπο και πιθανές βλάβες, συμπεριλαμβανομένου του άγχους, της αμηχανίας και της δυσφορίας και μπορούν να αποτρέψουν ακόμα και τις γυναίκες που χρειάζονται πραγματικά ιατρική περίθαλψη. Επιπρόσθετα, κάποια ψευδώς θετικά ευρήματα μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω περιττές εξετάσεις ή διαδικασίες, προσθέτοντας περιττές δαπάνες στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και επηρεάζοντας την ψυχολογία των γυναικών χωρίς λόγο».

«Περισσότερο τελετουργικό παρά τεκμηριωμένη πρακτική»

Στο συνοδευτικό άρθρο της έκθεσης αναφέρεται πως οι γυναικολογικές εξετάσεις ρουτίνας έχουν καταλήξει να είναι περισσότερο ένα τελετουργικό παρά μια πρακτική βάσει στοιχείων.

«Με την τρέχουσα κατάσταση των αποδείξεων, οι κλινικοί γιατροί που συνεχίζουν να κάνουν αυτές τις εξετάσεις θα πρέπει να γνωρίζουν τουλάχιστον πως είναι αβέβαια τα οφέλη της εξέτασης, αλλά και πως υπάρχει πιθανότητα να προκληθούν βλάβες αν τα αποτελέσματα βρεθούν ψευδώς θετικά».

Οι νέες κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν συμβουλές για να βοηθήσουν τους γιατρούς και τις ασθενείς να κατανοήσουν τα οφέλη, τις ζημίες και το κόστος (οικονομικό και ψυχολογικό) της γυναικολογικής εξέτασης.

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »