MENU
sxizo

Nέα ανακάλυψη παρέχει ενδείξεις για τα αίτια της σχιζοφρένειας

2 Ιανουαρίου 2014 • Νευρολογία, Υγεία

Για δεκαετίες ολόκληρες οι επιστήμονες προσπαθούσαν να ανακαλύψουν την αιτία της σχιζοφρένειας. Πλέον, ανακάλυψαν μια μοριακή διαδικασία που μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη αυτής της διαταραχής.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα μελέτης που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Molecular Psychiatry.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η σχιζοφρένεια επηρεάζει περίπου 24 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και προς το παρόν δεν υπάρχει κάποιο εξειδικευμένο τεστ γι’ αυτήν. Η κατάσταση συνήθως διαγιγνώσκεται με μια αξιολόγηση από έναν ειδικό ψυχικής υγείας.

Ο τρόπος αντιμετώπισής της είναι συνήθως ένας συνδυασμός θεραπείας και φαρμάκων, όπως τα αντιψυχωτικά. Αλλά η ομάδα των ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ υποστηρίζει πως τα αντιψυχωτικά είναι συχνά αναποτελεσματικά και τονίζει την ανάγκη για καλύτερη φαρμακευτική αγωγή.

Οι ερευνητές λένε πως η νέα ανακάλυψή τους μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων διαγνωστικών δοκιμών για τη διαταραχή, καθώς και σε νέες φαρμακευτικές θεραπείες.

Η «αυτοφαγία» μειώνεται στους σχιζοφρενείς

Η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε ότι στους εγκεφάλους των σχιζοφρενών μειώνεται μια διαδικασία που είναι γνωστή ως «αυτοφαγία». Η «αυτοφαγία» περιγράφεται ως ένας μηχανισμός «συντήρησης του κυττάρου». Εξασφαλίζει την εκκαθάριση των δυσλειτουργικών και περιττών κυτταρικών συστατικών.

Ομως, οι ερευνητές εξηγούν πως όταν αυτή η διαδικασία μπλοκαριστεί, μπορεί να προκληθεί ο θάνατος των κυττάρων.

Στη διάρκεια της μελέτης τους βρήκαν πως οι σχιζοφρενείς ασθενείς είχαν μειωμένα επίπεδα στον ιππόκαμπο του εγκεφάλου τους μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται Βeclin-1. Ο ιππόκαμπος είναι μια περιοχή του εγκεφάλου που συνδέεται με τη μάθηση και τη μνήμη.

Η Beclin-1 παίζει σημαντικό ρόλο στην αυτοφαγία, σύμφωνα με τους ερευνητές, ως εκ τούτου σημειώνουν πως με βάση τα ευρήματά τους η αυτοφαγία είναι μπλοκαρισμένη στους εγκεφάλους των σχιζοφρενών ασθενών.

Επομένως, με τη δημιουργία φαρμάκων που αυξάνουν τα επίπεδα της Βeclin-1 και ενεργοποιούν την αυτοφαγία, θα μπορούσαν να βρουν έναν πιθανό δρόμο για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας.

«Είναι θέμα ισορροπιών. Η έλλειψη της Beclin-1 μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αυτοφαγία και ενίσχυση του κυτταρικού θανάτου. Η έρευνά μας δείχνει ότι η ομαλοποίηση της συγκεκριμένης πρωτεΐνης σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, θα μπορούσε να αποκαταστήσει την ισορροπία και την πρόληψη του θανάτου των εγκεφαλικών κυττάρων», αναφέρει ο καθηγητής Illana Gozes, του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.

Κατά την εξέταση των επιπέδων Βeclin-1 στο αίμα των ασθενών που έπασχαν από σχιζοφρένεια, οι ερευνητές τα βρήκαν φυσιολογικά, πράγμα που, όπως υποστηρίζουν, υποδηλώνει ότι τα μειωμένα επίπεδα της πρωτεΐνης περιορίζονται στον ιππόκαμπο.

Πιθανή εξέταση αίματος για τη διάγνωση της σχιζοφρένειας

Ομως, οι εξετάσεις αίματος αποκάλυψαν ότι οι σχιζοφρενείς ασθενείς είχαν αυξημένα επίπεδα της νευροπροστατευτικής πρωτεΐνης ADNP στα λευκά αιμοσφαίρια.

Η πρωτεΐνη αυτή είχε ανακαλυφθεί από τον καθηγητή Gozes που είχε διαπιστώσει ότι είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία και τον σχηματισμό του εγκεφάλου. Η ομάδα επισημαίνει πως προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η ADNP έχει απελευθερωθεί στους εγκεφάλους των σχιζοφρενών.

Σύμφωνα με τις υποθέσεις των ερευνητών, όταν τα επίπεδα της Beclin-1 μειώνονται και η αυτοφαγία σταματά, το σώμα αυξάνει τα επίπεδα της ADNP για να βοηθήσει στην προστασία του εγκεφάλου.

Οι ερευνητές πρότειναν να χρησιμοποιηθεί η ADNP ως βιοδείκτης, που σημαίνει ότι μια εξέταση αίματος θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά στο θέμα της διάγνωσης της σχιζοφρένειας.

Περαιτέρω βιοχημικές δοκιμές σε εγκεφάλους ποντικών αποκάλυψαν πως η ADNP συνεργάζεται με την LC3, μια πρωτεΐνη που είναι επίσης γνωστό ότι εμπλέκεται στην ρύθμιση της αυτοφαγίας, επομένως αυτή η αλληλεπίδραση θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν ρόλο στον τρόπο που η ADNP προστατεύει τον εγκέφαλο.

«Ανακαλύψαμε ένα νέο μονοπάτι που παίζει ρόλο στη σχιζοφρένεια. Με τον προσδιορισμό και τη στόχευση των πρωτεϊνών που είναι γνωστό ότι εμπλέκονται στην πορεία, μπορεί να είμαστε σε θέση να διαγνώσουμε και να θεραπεύσουμε την ασθένεια με νέους και πιο αποτελεσματικούς τρόπους», καταλήγει ο Gozes.

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »