MENU

Η μύτη μπορεί να μυρίσει τον καρκίνο

24 Νοεμβρίου 2013 • Γνωρίζετε ότι..., Υγεία, Ωτορινολαρυγγολογία

Στη σύγχρονη ιατρική του καρκίνου, οι γιατροί τείνουν να βασίζονται σε προηγμένες τεχνικές απεικόνισης για την ανίχνευση όγκων. Το θέμα είναι πως έτσι χάνεται πολλές φορές πολύτιμος χρόνος.

Οι απεικονιστικές εξετάσεις συνήθως γίνονται από την στιγμή που θα αισθανθεί κάποιος κάτι και θα χρειαστεί να το ψάξει. Μόνο που τότε μπορεί να είναι αργά. Για παράδειγμα, ο καρκίνος των ωοθηκών έχει συνήθως εξαπλωθεί σε άλλα όργανα ήδη, τη στιγμή που θα εντοπιστεί. Αν είναι νωρίς, κάτι που συμβαίνει μόλις για το 15% των ασθενών και συνήθως μετά από κάποιο ατύχημα, όταν οι γιατροί ψάχνουν για κάτι άλλο και πέφτουν πάνω του τυχαία, το 92% των ασθενών ζουν για τουλάχιστον πέντε έτη. Αν όμως είναι αργά, το ποσοστό αυτό πέφτει στο 27%.

Η μυρωδιά, μπορεί να είναι ένας τρόπος να φτάσει κάποιος στην ανίχνευση νωρίτερα.

«Η αποκάλυψη όσο πιο νωρίς γίνεται των δεικτών για όλα τα είδη του καρκίνου, ειδικά στο αίμα, αποτελεί μια προτεραιότητα. Ο καρκίνος των ωοθηκών για παράδειγμα, έχει ήδη μια εξέταση αίματος που έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι τόσο χρήσιμη, όσο ελπίζαμε και δίνει πολλές φορές ψευδή στοιχεία για το τι είναι θετικό και τι αρνητικό. Ενα τεστ που βασίζεται στην όσφρηση θα μπορούσε να έχει καλύτερες επιδόσεις», λέει ο Δρ Leonard Lichtenfeld, αναπληρωτής επικεφαλής ιατρικός σύμβουλος της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας.

Οι ασθένειες μπορούν να αλλάξουν διακριτικά το άρωμα των ανθρώπων. Στην κανονική διάρκεια του μεταβολισμού, χιλιάδες αποβλήτων σαρώνονται από την αναπνοή μας, το αίμα και τα ούρα ή απλά κυκλοφορούν στον αέρα πάνω από το δέρμα. Μεταβολικές διαταραχές, όπως ο διαβήτης, επηρεάζουν τον τρόπο που ο οργανισμός διασπά τα θρεπτικά συστατικά και έτσι κάνει την εξάτμισή τους να μυρίζει με ιδιαίτερο τρόπο.

Οι άνθρωποι που πάσχουν από φαινυλκετονουρία έχουν την τάση να μυρίζουν κλεισούρα. Ενα ελαττωματικό ή ελλείπον πεπτικό ένζυμο κάνει τους ανθρώπους με τριμεθυλαμινουρία να μυρίζουν ψαρίλα. Οι διαβητικοί που δεν λαμβάνουν θεραπεία για το σάκχαρό τους μπορεί να μυρίζουν σαν ασετόν. Επειδή αδυνατούν να πάρουν ενέργεια από τη ζάχαρη, το σώμα τους για να κάψει λίπος απελευθερώνει ακετόνη ως υποπροϊόν (απόδειξη πως οι μυρωδιές δεν είναι πάντα άσχημες).

Τα καρκινικά κύτταρα, αν και δεν αλλάζουν τον ανθρώπινο μεταβολισμό συνολικά, μπορούν να αλλάξουν τα ίδια μεταβολισμό. Αυτό σημαίνει ότι οι ουσίες που απελευθερώνουν μπορεί να διαφέρουν από εκείνες που δημιουργούνται από τα υγιή κύτταρα. Αυτή η ιδέα υπάρχει εδώ και δεκαετίες, αλλά μόνο πρόσφατα η βιοχημεία και οι τεχνολογία αισθητήρων προχώρησε σε τέτοιο σημείο ώστε να αναπτυχθούν φορητές οσφρητικές συσκευές χειρός.

Οι «ηλεκτρονικές μύτες» έχουν τη δυνατότητα να ανιχνεύσουν ακόμα και πολύ μικρές ποσότητες μορίων, αλλά θα πρέπει να προγραμματιστούν για να ψάξουν για ειδικά σήματα στα δείγματα των ασθενών. Το έργο προς το παρόν είναι σε εξέλιξη και είναι ένα μόνο παράδειγμα για το ότι η ιατρική μπορεί να αναζητήσει απαντήσεις σε ασυνήθιστα μέρη. Η ώθηση για να ερευνηθεί το θέμα της «ηλεκτρονικής μύτης» δόθηκε το 1989 από ένα σκυλί.

Πιο συγκεκριμένα, εκείνη την εποχή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Lancet μια επιστολή που ανέφερε ότι μια γυναίκα πήγε στο γιατρό για να κοιτάξει μια ελιά που είχε στο πόδι της. Εκείνη δεν το είχε παρατηρήσει, αλλά ο σκύλος της παρακολουθούσε και μύριζε το συγκεκριμένο σημάδι και μάλιστα μια ημέρα που φορούσε σορτς επιχείρησε να το δαγκώσει. Τελικά αποδείχτηκε πως επρόκειτο για κακόηθες μελάνωμα σε πρώιμο στάδιο. Το γεγονός αυτό ενέπνευσε τους ερευνητές να ελέγξουν εάν τα σκυλιά των οποίων ο οσφρητικός μηχανισμός είναι 10.000 φορές πιο ευαίσθητος από αυτόν του ανθρώπου, μπορούσαν να διακρίνουν τα υγιή από τα καρκινικά κύτταρα.

Οι προσπάθειες απέβησαν άκαρπες, αλλά οι ερευνητές που διατηρούσαν «ζεστή» την ιδέα ότι μπορεί ο καρκίνος να ανιχνευθεί από τη μυρωδιά, από το 1970 ακόμα, πρότειναν πως υπάρχει πραγματική δυνατότητα να υπάρξει ένα νέο είδος διάγνωσης, οσφρητικό αυτή τη φορά.

«Πιστεύουμε ότι η όσφρηση είναι παρούσα πολύ νωρίς στη διαδικασία δημιουργίας ενός καρκινώματος. Το βασικό ερώτημα είναι: Μπορούμε να είμαστε τόσο ευαίσθητοι όσο τα σκυλιά, ώστε να καταφέρουμε να πάρουμε τις πληροφορίες που θέλουμε;» αναρωτιούνται οι ερευνητές.

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »