MENU
old-man-drive

Ενα ποτό αρκεί να επηρεάσει στην οδήγηση τους ηλικιωμένους

9 Μαρτίου 2014 • Νευρολογία, Υγεία

Ο βαθμός στον οποίο το αλκοόλ μειώνει τις ικανότητες οδήγησης σε διάφορες ηλικίες τέθηκε σε προσομοίωση σε υπολογιστή και βρέθηκε πως οι ηλικιωμένοι επηρεάζονται ακόμα και με την ελάχιστη ποσότητα.

Η έρευνα διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο της Φλόριντα και τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Psychopharmacology.

Η ερευνητική ομάδα εξέτασε δύο ηλικιακές ομάδες, τα άτομα ηλικίας 25 έως 35 και τα άτομα ηλικίας 55 έως 70. Οι ικανότητες οδήγησης των συμμετεχόντων μετρήθηκαν σε μια εργασία που αφορούσε την προσομοίωση σε επαρχιακό δρόμο και τη διάνυση μιας απόστασης τριών μιλίων. Τρεις οθόνες υπολογιστών μιμούνταν τα παρμπρίζ και τα πλαϊνά παράθυρα του αυτοκινήτου, ενώ ένα στερεοφωνικό έπαιζε συνοδευτικούς ήχους. Οι οδηγοί των οχημάτων ήλεγχαν την οδήγησή τους στην προσομοίωση, χρησιμοποιώντας ένα τιμόνι και τα πεντάλ γκαζιού και φρένου.

Παρά το γεγονός ότι οι οδηγοί κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν περιστασιακά κάποιο άλλο αυτοκίνητο, ως μέρος της προσομοίωσης, δεν υπήρχε τίποτα άλλο να τους αποσπάσει την προσοχή. «Αν και επαρχιακός δρόμος, δεν υπήρχε ούτε μία αγελάδα», είπε χαρακτηριστικά η συγγραφέας της μελέτης Sara Jo Nixon, καθηγήτρια στα τμήματα της Ψυχιατρικής και της Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα.

«Αυτές οι προσομοιώσεις έχουν χρησιμοποιηθεί πολύ στην εξέταση ενηλίκων μεγαλύτερης ηλικίας και έχουν χρησιμοποιηθεί στο να βρούμε πώς το αλκοόλ επηρεάζει την οδήγηση στους νεαρότερους ενήλικες, αλλά κανείς ποτέ δεν κοίταξε μέχρι τώρα το συνδυασμό του αλκοόλ με τους ηλικιωμένους οδηγούς», πρόσθεσε ο συν-συγγραφέας της μελέτης Alfredo Sklar.

Αλκοολούχα ποτά στα νόμιμα όρια

Στην πρώτη δοκιμασία, οι συμμετέχοντες οδήγησαν την προσομοίωση τελείως νηφάλιοι. Οι ερευνητές κατέγραψαν πόσο γρήγορα οι οδηγοί προσαρμόστηκαν στο τιμόνι και την ικανότητά τους να παραμείνουν στο κέντρο της λωρίδας τους και να διατηρήσουν μια σταθερή ταχύτητα.

Στην επόμενη δοκιμή, αρκετές ημέρες μετά, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε ομάδες.

Σε δύο ομάδες δόθηκε ένα οινοπνευματώδες ποτό, αρκετά ισχυρό ώστε να εγγραφούν επίπεδα αλκοόλ στην αναπνοή του συμμετέχοντα μεταξύ 0,04% και 0,065% (σημειωτέον πως οι ΗΠΑ έχουν ένα από τα μεγαλύτερα όρια κατανάλωσης αλκοόλ, 0,08%), που ήταν και τα δύο κάτω από το νόμιμο όριο κατανάλωσης. Σε μια τρίτη ομάδα δόθηκε ένα ποτό placebo (εικονικό ποτό, που περιείχε αμελητέα ποσότητα αλκοόλ) και στη συνέχεια ζητήθηκε από τις ομάδες να «οδηγήσουν» ξανά.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν με έκπληξη πως στους νεαρότερους οδηγούς το αλκοόλ δεν είχε την παραμικρή μετρήσιμη διαφορά στις οδηγικές τους ικανότητες. Αντίθετα, η οδήγηση των γηραιότερων συμμετεχόντων επηρεάστηκε δυσμενώς, ακόμα και με αυτή την κάτω από τα νόμιμα όρια ποσότητα.

Μάλιστα, ήταν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα που δημιούργησε τους ερευνητές στην πεποίθηση πως είναι ενδεχομένως η στιγμή να επανεκτιμηθούν τα νόμιμα επίπεδα αλκοόλ στο αίμα για όλους τους οδηγούς.

Βεβαίως, είναι αμφισβητήσιμο το κατά πόσο τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων που διεξήχθησαν στο εργαστήριο, μπορεί να ισχύουν στην πραγματική ζωή.

Ωστόσο, οι ερευνητές προειδοποιούν πως μόνο και μόνο επειδή δεν υπήρχε μετρήσιμη διαφορά στην απόδοση των νεαρότερων οδηγών, αυτό δεν σημαίνει πως τα ευρήματα αυτά ισχύουν για την οδήγηση ενός πραγματικού αυτοκινήτου μετά την κατανάλωση αλκοόλ. Αλλωστε, σύμφωνα με την καθηγήτρια Nixon η προσομοίωση στο εργαστήριο ήταν πολύ πιο απλοποιημένη από την οδήγηση στον πραγματικό κόσμο και, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς τίποτα να αποσπά την προσοχή του οδηγού.

Επίσης, ο βαθμός στον οποίο το αλκοόλ επηρεάζει διαφορετικά τις ηλικιακές ομάδες είναι στο στάδιο της αξιολόγησης από τους ερευνητές. Αναμένονται αποτελέσματα και από άλλες προσομοιώσεις, που περιλαμβάνουν την οδήγηση σε μια μικρή πόλη και σε μια πόλη γεμάτη με πεζούς και παραβίαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας από αυτοκινητιστές, να είναι ανάμεσα στα εμπόδια.

Ενα άλλο συστατικό του πειράματος που πρέπει να αναλυθεί είναι η συλλογή ηλεκτροφυσιολογικών δεδομένων από τους εγκεφάλους των συμμετεχόντων. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν με χρήση ηλεκτροδίων που ήταν συνδεδεμένα σε κασκέτα που φορούσαν οι συμμετέχοντες την ώρα που οδηγούσαν στην προσομοίωση.

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »