MENU
Conflict

Είναι η κατάθλιψη μεταδοτική;

7 Φεβρουαρίου 2014 • Υγεία, Ψυχολογία - Ψυχική Υγεία

Μια νέα μελέτη έδειξε πως ένα συγκεκριμένο στιλ σκέψης που κάνει τους ανθρώπους ευάλωτους στην κατάθλιψη, μπορεί να αυξήσει και τα συμπτώματα κατάθλιψης όσων ζουν μαζί τους, έξι μήνες αργότερα.

Η έρευνα που έγινε από τους ψυχολόγους Τζέραλντ Χέφελ και Τζένιφερ Χέιμς του Πανεπιστημίου του Notre Dame, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Clinical Psychological Science.

Οι μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έχουν αντιδράσει αρνητικά σε αγχωτικά γεγονότα της ζωής, ερμηνεύοντάς τα ως αποτέλεσμα παραγόντων που δεν μπορούν να αλλάξουν και ως αντανάκλαση της δικής τους ανεπάρκειας, είναι πιο ευάλωτοι στην κατάθλιψη.

Αυτή η «γνωστική ευπάθεια» είναι τόσο ισχυρός παράγοντας κινδύνου για την κατάθλιψη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προβλέψει ποια άτομα είναι πιθανόν να βιώσουν στο μέλλον ένα καταθλιπτικό επεισόδιο, ακόμα και αν δεν είχαν αντιμετωπίσει κάτι ανάλογο ποτέ στο παρελθόν.

Ατομικές διαφορές σ’ αυτή τη γνωστική ευπάθεια φαίνεται πως σταθεροποιούνται στην αρχή της εφηβείας και παραμένουν σταθερές σε όλη την ενήλικη ζωή, αλλά ο Χέφελ και η Χέιμς προέβλεψαν πως θα μπορούσαν να είναι ακόμα πιο εύπλαστες υπό ορισμένες συνθήκες.

Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι η γνωστική ευπάθεια μπορεί να είναι «μεταδοτική» κατά τη διάρκεια μεγάλων μεταβάσεων της ζωής, όταν το κοινωνικό περιβάλλον είναι ρευστό. Τεστάρισαν αυτή την υπόθεσή τους, χρησιμοποιώντας δεδομένα από 103 τυχαία ζευγάρια συγκάτοικων που ήταν πρωτοετείς στο κολλέγιο.

Μέσα σε ένα μήνα από την άφιξή τους στην πανεπιστημιούπολη οι συγκάτοικοι απάντησαν σε ένα online ερωτηματολόγιο που περιελάμβανε μετρήσεις γνωστικής ευπάθειας και καταθλιπτικά συμπτώματα. Συμπλήρωσαν το ίδιο ερωτηματολόγιο και πάλι τρεις και έξι μήνες αργότερα. Συμπλήρωσαν επίσης ένα ερωτηματολόγιο σχετικό με στρεσογόνα επεισόδια της ζωής τους που συνέβησαν μεταξύ των δύο αυτών διαστημάτων.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι πρωτοετείς φοιτητές που τοποθετήθηκαν τυχαία με έναν συγκάτοικο που είχε υψηλά επίπεδα γνωστικής ευπάθειας ήταν πιθανό να εναρμονιστούν με το στιλ του και να αναπτύξουν υψηλότερα επίπεδα γνωστικής ευαισθησίας. Σε αυτούς που είχαν συγκάτοικο με χαμηλά επίπεδα γνωστικής ευπάθειας αντίστοιχα μειώθηκαν και τα δικά τους επίπεδα γνωστικής ευαισθησίας. Το αποτέλεσμα της «μεταδοτικότητας» ήταν εμφανές τόσο στους τρεις όσο και στους έξι μήνες.

Το πιο σημαντικό ήταν πως οι αλλαγές στην γνωστική ευπάθεια αύξησαν τον κίνδυνο εμφάνισης στο μέλλον καταθλιπτικών συμπτωμάτων: Οι φοιτητές  που παρουσίασαν αυξημένη γνωστική ευπάθεια στους τρεις μήνες είχαν σχεδόν το διπλάσιο επίπεδο καταθλιπτικών συμπτωμάτων στους έξι μήνες απ’ ό,τι εκείνοι που δεν έδειχναν μια τέτοια αύξηση.

Τα συγκεκριμένα ευρήματα παρέχουν σημαντικές ενδείξεις για την μεταδοτικότητα, επιβεβαιώνοντας την αρχική υπόθεση των ερευνητών.

Με βάση αυτά τα ευρήματα, οι Χέφελ και Χέιμς έδειξαν ότι η επίδραση της μεταδοτικότητας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να βοηθήσει στη θεραπεία των συμπτωμάτων κατάθλιψης.

«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι μπορεί να είναι δυνατή η χρήση του κοινωνικού περιβάλλοντος του ατόμου ως μέσου της διαδικασίας παρέμβασης, είτε ως συμπλήρωμα στις υπάρχουσες γνωστικές παρεμβάσεις είτε ενδεχομένως ως αυτόνομη. Περιβάλλοντας το άτομο με άλλους που έχουν διαφορετικό στιλ γνωστικής ευπάθειας θα μπορούσε να διευκολυνθεί η δική του γνωστική αλλαγή στη θεραπεία», αναφέρουν.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δείχνουν ότι ίσως είναι καιρός να επανεξετάσουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε για τη γνωστική ευπάθεια.

«Η μελέτη μας δείχνει ότι η γνωστική ευπάθεια έχει τη δυνατότητα να αυξηθεί ή να ελαττωθεί με την πάροδο του χρόνου, ανάλογα με το κοινωνικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει πως η γνωστική ευπάθεια πρέπει να θεωρηθεί εύπλαστη και όχι αμετάβλητη».

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »