MENU
scan-brain

Eίναι εφικτό να διαβάσει κάποιος τη σκέψη μας;

14 Απριλίου 2014 • Νευρολογία, Υγεία

Αυτά που γράφουμε online γνωρίζουμε ότι μπορούν να υποκλαπούν, να φιλτραριστούν και να δημοσιευτούν, αλλά θα θέλαμε να πιστεύουμε πως οι σκέψεις και εικόνες στο μυαλό μας είναι απόλυτα ιδιωτικές.

Είναι, όμως, πράγματι έτσι;

Φαίνεται πως, είτε είναι για καλό είτε για κακό, η επιστήμη έχει τη δυνατότητα να το αλλάξει αυτό. Τα τελευταία χρόνια οι ερευνητές έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο όσον αφορά την αποκρυπτογράφηση της σκέψης μας, με βάση τη δραστηριότητα του εγκεφάλου.

Κάτι τέτοιο, βέβαια, βρίσκεται ακόμα στα πολύ πρώιμα στάδια ανάπτυξης. Αλλά, δεδομένου ότι μπορεί ήδη να γίνει, δεν θα το έλεγε κανείς τεράστιο άλμα, αν κάποια ημέρα υπήρχε η δυνατότητα να διαβάσουμε τα λόγια των εσωτερικών ρευμάτων της ανθρώπινης σκέψης.

«Νομίζω ότι η αποκωδικοποίηση του μυαλού θα μπορούσε να γίνει ακόμα και σήμερα, αν είχαμε μια καλή μέθοδο μέτρησης της εγκεφαλικής δραστηριότητας», λέει ο Jack Gallant, εξέχων νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια.

Ο Gallant προβλέπει ότι σε 50 χρόνια η ανάγνωση του εγκεφάλου θα είναι μια συνηθισμένη κατάσταση. Οραματίζεται ότι θα μπορούμε να φοράμε «καπέλα Google» που θα αποκωδικοποιούν τις σκέψεις μας. Ενα τέτοιο θαυματουργό καπέλο θα μπορούσε να μεταδώσει ή ακόμα και να μεταφράσει σε ξένες γλώσσες τις σκέψεις μας.

Από την πλευρά του, ωστόσο, ο δρ Josef Parvizi, νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, που μελετά επίσης τη σχέση μεταξύ εγκεφάλου και νου, είναι πολύ πιο επιφυλακτικός.

«Για να διαβάσουμε πραγματικά τις σκέψεις με μεθόδους που να είναι μη επεμβατικές, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε. Νομίζω ότι είναι παράλογο και απλά λάθος να δοθεί στους πολίτες η εντύπωση ότι είμαστε σε θέση να διαβάσουμε το μυαλό», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Τι χρειάζεται για να διαβαστούν οι σκέψεις

Υπάρχουν αρκετοί περιορισμοί σχετικά με την ανάγνωση του μυαλού απευθείας από τον εγκέφαλο, σύμφωνα με τον Gallant. Χρειάζονται καλά μαθηματικά μοντέλα λειτουργίας του εγκεφάλου και υψηλής ταχύτητας πληροφορική. Ομως, η μεγαλύτερη πρόκληση αυτή τη στιγμή είναι η μέτρηση της δραστηριότητας του εγκεφάλου.

Οι επιστήμονες μπορούν να μετρήσουν την ηλεκτρική δραστηριότητα με ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και τις αλλαγές στη χρήση του οξυγόνου στο αίμα με λειτουργική μαγνητική τομογραφία. Αλλά αυτές είναι πραγματικά αργές μετρήσεις για το τι συμβαίνει στο εσωτερικό του εγκεφάλου.

Το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα είναι ένα δισδιάστατο, περιορισμένο σήμα από τον εγκέφαλο, ενώ η μαγνητική τομογραφία είναι σαν την μέτρηση της συνολικής ηλεκτρικής χρήσης στο χώρο εργασίας, σε συγκεκριμένες ώρες, ώστε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στο γραφείο του καθενός. Δεν θα δείξει δηλαδή σε ποιο συγκεκριμένο πρότζεκτ εργάζεται κάθε άτομο, αλλά θα προσφέρει απλά μια πρόχειρη συνολική περιγραφή των αλλαγών, εξηγεί ο Gallant.

«Οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις είναι ότι μπορείτε να ανακτήσετε μόλις το ένα εκατομμυριοστό από τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον εγκέφαλο σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή. Ισως, μάλιστα, να είναι μικρότερες και από το ένα εκατομμυριοστό. Πού βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα; Σε μια χλωμή μέτρηση του τι θα μπορούσε ενδεχομένως να μετρηθεί αν είχαμε καλύτερη τεχνολογία μέτρησης», λέει ο Gallant.

Στο μεταξύ, το εργαστήριο Parvizi εξερευνά τον εγκέφαλο με μία εντελώς διαφορετική τεχνική, κάνοντας χρήση ηλεκτροδίων που εμφυτεύτηκαν στους εγκεφάλους ασθενών με σοβαρή επιληψία, ώστε να κάνουν άμεσες νευρωνικές ηχογραφήσεις στην επιφάνεια του εγκεφάλου.

Η ομάδα του θέλει να γνωρίζει τις ειδικές λειτουργίες των διαφόρων περιοχών του εγκεφάλου, ώστε όταν οι χειρουργοί αποκόψουν τμήματα που είναι υπεύθυνα για τις επιληπτικές κρίσεις, να ξέρουν τι πρέπει να αποφύγουν. Η μέθοδος αυτή, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής εξαγάγει το πραγματικό περιεχόμενο των σκέψεων και των αναμνήσεων και δεν μπορεί να γενικευτεί σε μη επιληπτικούς ασθενείς.

Τι μπορούμε να κάνουμε τώρα

Παρά τους περιορισμούς αυτούς της μέτρησης της εγκεφαλικής δραστηριότητας, οι επιστήμονες έχουν ήδη καταφέρει να επιτύχουν αξιοσημείωτα αποτελέσματα.

Για παράδειγμα, με τις μαγνητικές τομογραφίες, μπορούν να ανακατασκευάσουν ένα πρόσωπο που βλέπει ένα άτομο, όπως αναφέρθηκε σε μια μελέτη του Μαρτίου του 2014 στο περιοδικό Neuroimage.

Οι ερευνητές ανέλυσαν πώς οι συμμετέχοντες αποκρίθηκαν σε 300 εικόνες προσώπων ενώ τούς γινόταν μαγνητική τομογραφία, δημιουργώντας μια στατιστική «βιβλιοθήκη» του τρόπου που ο εγκέφαλος αντιδρά σε εικόνες προσώπου. Στη συνέχεια, χρησιμοποιήθηκε ένας αλγόριθμος υπολογιστή για να δημιουργήσει μια μαθηματική περιγραφή των όψεων με βάση πρότυπα εγκεφαλικής δραστηριότητας.

Ακολούθως, οι ερευνητές σάρωσαν τους εγκεφάλους των συμμετεχόντων ενώ έβλεπαν μια νέα σειρά από πρόσωπα. Με τη σύγκριση των μαγνητικών τομογραφιών ήταν σε θέση να αντλήσουν ψηφιακά το δεύτερο σετ προσώπων που είδαν οι συμμετέχοντες, βασιζόμενοι στη δραστηριότητα του εγκεφάλου.

Τα πρόσωπα που ανακατασκευάστηκαν στον υπολογιστή δεν ήταν ακριβή, αλλά οι άνθρωποι ήταν σε θέση να τα εντοπίσουν και οι ερευνητές μπόρεσαν να συγκρίνουν επαρκώς τις πληροφορίες των pixels ανάμεσα στις ανακατασκευές και τα πρωτότυπα με την ακρίβεια στο ταίριασμα να αγγίζει το 60%-70%.

Η συγκεκριμένη έρευνα θα μπορούσε να έχει εφαρμογή στη μελέτη διαταραχών, όπου η αντίληψη των προσώπων είναι μειωμένη, όπως η προσωπαγνωσία (πάθηση κατά την οποία οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα ακόμα και των φίλων ή των συγγενών τους) και ο αυτισμός.

Ακόμα και τα όνειρα μπορεί να είναι αναγνωρίσιμα. Επιστήμονες με επικεφαλής τον Tomoyasu Horikawa του Εργαστηρίου Νευροεπιστημών του Κιότο, δημοσίευσαν πέρυσι στο περιοδικό Science μια έρευνα που υποδηλώνει ότι είναι δυνατό να γίνει αποκωδικοποίηση των ονείρων με βάση τη δραστηριότητα του εγκεφάλου σε άτομα που κοιμούνται, αν και το συγκεκριμένο στάδιο της έρευνας είναι επίσης πρώιμο.

Τέτοιου είδους επιτεύγματα εξακολουθούν να διαθέτουν κάποια ποσότητα μαγείας. Συνεπάγονται δε, μεγάλα, ογκώδη μηχανήματα, που μπορούν να συλλάβουν ένα μικρό μόνο κομμάτι της συνειδητής εμπειρίας μας.

Οι επιστήμονες εξετάζουν, επίσης, το πώς μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους δύο εγκέφαλοι. Μια ομάδα του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον απέδειξε πέρυσι ότι στέλνοντας σήματα στον εγκέφαλο μέσω του Διαδικτύου ένας επιστήμονας θα μπορούσε να ελέγξει την κίνηση του χεριού ενός άλλου επιστήμονα. Αλλά ο δέκτης του σήματος δεν συμμετείχε ενεργά. Η αληθινή αμφίδρομη επικοινωνία του εγκεφάλου έχει επιτευχθεί σε ποντικούς, αλλά όχι ακόμα σε ανθρώπους.

Επιστήμονες σαν τον Gallant και τον Parvizi δεν ενδιαφέρονται πρωτίστως για την αποκωδικοποίηση της σκέψης. Αυτό που αποτελεί θεμελιώδη στόχο τους είναι η κατανόηση της δραστηριότητας του εγκεφάλου. Παρόλα αυτά η έρευνά τους έχει προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον και έχει διαφημιστεί πολύ.

«Δεν νομίζω ότι αυτό εξυπηρετεί την επιστήμη σωστά και δεν νομίζω ότι κάνει το κοινό να εκτιμήσει πόσο δύσκολο είναι να κατανοήσουμε πραγματικά τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου», καταλήγει ο Parvizi.

Σχετικά άρθρα

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

« »